🇬🇷 el pl 🇵🇱
- δε μασάω τα λόγια μου
- mieć niewyparzony język
- μάτια που δε βλέπονται, γρήγορα λησμονιούνται
- co z oczu, to z serca
- δε μου καίγεται καρφί
- nie
- η Ρώμη δε χτίστηκε σε μια μέρα
- nie od razu Kraków zbudowano
- δε σκαμπάζω γρι
- nie mieć zielonego pojęcia
- το ψέμα δε ζει για να γεράσει
- kłamstwo ma krótkie nogi
- κόρακας κοράκου μάτι δε βγάζει
- kruk krukowi oka nie wykole
- ένα χελιδόνι δε φέρνει την άνοιξη
- jedna jaskółka nie czyni wiosny
- ένας κούκος δε φέρνει την άνοιξη
- jedna jaskółka nie czyni wiosny
- ο Θεός αργεί, μα δε λησμονεί
- Pan Bóg nierychliwy, ale sprawiedliwy
Wiktionary Links
- ελληνικά: δε