πάνω – Ελληνικά–Polski translations

🇬🇷 el pl 🇵🇱

πάνω adverb

  /ˈpa.no/
na górze
  • σε ψηλότερο σημείο
do góry
  • (τοπικό) στην επιφάνεια ενός πράγματος
  • αναφορικά, σχετικά με, σε σχέση με κάτι
  • εναντίωση, καταπάνω
  • κατοχή αντικειμένου ή μέσων
na
  • (με άρθρο, ως επίθετο) που βρίσκεται σε ψηλότερο σημείο
aktyw
  • πάνω που, πάνω εις
dokładnie
  • πάνω του!
dorwać
  • από πάνω
pod kontrolą
  • ο ένας πάνω στον άλλο
jeden po drugim
  • παίρνω πάνω μου, παίρνω τα πάνω μου
manifestacja
  • πάνω στην ώρα, στην πιο κατάλληλη στιγμή
na czas
Wiktionary Links