🇬🇷 el pl 🇵🇱

υπερθετικός adjective

  • (γραμματική) βαθμός παραθετικών επιθέτου ή επιρρήματος που φανερώνει ότι η λέξη κατέχει την ιδιότητα που δηλώνει σε πολύ μεγάλο βαθμό
stopień najwyższy, bardzo, pozytywny
Wiktionary Links