🇬🇧 en el 🇬🇷

sole noun

  /soʊl/ , /səʊl/
  • bottom of the foot
πέλμα
  • fish
γλώσσα
  • bottom of a shoe or boot
σόλα

sole adjective

  /soʊl/ , /səʊl/
  • only
μοναδικός, μόνος, αποκλειστικός
  • unmarried; widowed
άγαμος, χήρος

sole verb

soleed   /soʊl/ , /səʊl/
  • put a sole on (a shoe or boot)
σολιάζω

solely adverb

  /ˈsoʊl.li/ , /ˈsəʊl.li/
  • exclusively
μόνο, απλώς και μόνο, αποκλειστικά, εξ ολοκλήρου
Wiktionary Links