Ελληνικά Polski
γυναίκα ʝi.ˈnɛ.ka kobieta kɔˈbʲjɛta
γυναίκα νάνος karlica karˈlʲiʦ̑a
ομάδα άτομο με άντρας και γυναίκα państwo ˈpãj̃stfɔ
Wiktionary Links