function – Ελληνικά–English translations
🇬🇧 en el 🇬🇷
function noun
/ˈfʊŋ(k)ʃən/
,
/ˈfʊŋkʃn̩/
,
/ˈfʌŋ(k)ʃən/
,
/ˈfʌŋkʃn̩/
,
/ˈfʌŋkʃən/
,
[ˈfʌŋkʃn̩]
,
[ˈfʌŋkʃɪ̈n]
|
|
|---|---|
|
συνάρτηση, λειτουργία |
|
λειτουργία, συνάρτηση |
|
λειτούργημα, αποστολή, καθήκον |
|
δεξίωση, τελετή |
|
λειτουργία |
function verb
/ˈfʊŋ(k)ʃən/
,
/ˈfʊŋkʃn̩/
,
/ˈfʌŋ(k)ʃən/
,
/ˈfʌŋkʃn̩/
,
/ˈfʌŋkʃən/
,
[ˈfʌŋkʃn̩]
,
[ˈfʌŋkʃɪ̈n]
|
|
|---|---|
| λειτουργώ, εργάζομαι, λειτουργώ ως | |
functional adjective
/ˈfʌŋkt͡ʃnəl/
,
/ˈfʌŋkt͡ʃənəl/
|
|
|---|---|
|
λειτουργικός |
|
συναρτησιακός |
functionality noun |
|
|---|---|
|
λειτουργικότητα |
functionalism noun
/ˈfʌŋkʃənəlɪzəm/
|
|
|---|---|
|
λειτουργισμός |
functionalism |
|
|---|---|
| πανλειτουργισμός | |
- derived function
- παράγωγος
- member function
- μέθοδος
- utility function
- συνάρτηση χρησιμότητας
- function overloading
- υπερφόρτωση συνάρτησης
- aggregate function
- συγκεντρωτική συνάρτηση
- indicator function
- δείκτρια
- hash function
- συνάρτηση κατατεμαχισμού
- moment-generating function
- ροπογεννήτρια
- set function
- συνολοσυνάρτηση
Wiktionary Links
- English: function